καλλωπιστήριο(ν)

καλλωπιστήριο(ν)
τό
1) туалетная (комната); 2) туалетный столик; 3) косметический кабинет

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "καλλωπιστήριο(ν)" в других словарях:

  • καλλωπιστήριο — το χώρος μέσα στον οποίο καλλωπίζεται κάποιος: Κάθε θέατρο πρέπει να έχει κατάλληλο καλλωπιστήριο για τους ηθοποιούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλλωπιστήριο — το 1. μικρός χώρος για καλλωπισμό 2. το έπιπλο με τα απαραίτητα καλλυντικά είδη για καλλωπισμό, η τουαλέτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλωπίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • Κνωσός — I Αρχαία πόλη της Κρήτης, 5 χλμ. ΝΑ του Ηρακλείου. Τα ερείπιά της καλύπτουν, με σχεδόν συνεχή κατοίκηση, μια εκτεταμένη χρονική περίοδο που ξεκινά από τα πρώτα νεολιθικά χρόνια (περ. 6000 π.Χ.) και τελειώνει στο τέλος της πρώτης βυζαντινής… …   Dictionary of Greek

  • τουαλέτα — η (λ. γαλλ.). 1. έπιπλο με καθρέφτη και με είδη καλλωπισμού: Τουαλέτα στιλ Λουδοβίκου. 2. ιδιαίτερο δωμάτιο με όλα τα είδη καλλωπισμού, καλλωπιστήριο. 3. λουτρό μαζί με αποχωρητήριο. 4. σωματική περιποίηση και καλλωπισμός: Θέλει μια ώρα να κάνει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»